Μότσαρτ & Προκόφιεφ

Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791): Κοντσέρτο αρ.24 για πιάνο και ορχήστρα σε ντο ελάσσονα, KV 491
Ι.  Allegro   ΙΙ. Larghetto   ΙΙΙ. Allegretto   
 
Το ‘Κοντσέρτο για πιάνο αρ.24’ είναι γραμμένο το 1786 και ξεχωρίζει στη σχετική εργογραφία του ιδιοφυούς συνθέτη για πολλούς λόγους. Καταρχάς είναι το μόνο κοντσέρτο πιάνου του Μότσαρτ σε ελάσσονα τονικότητα, μαζί με το αρ.20. Επίσης, ο συνθέτης χρησιμοποιεί ταυτόχρονα κλαρινέτα και όμποε, κάτι που έπραξε επίσης σε δύο μόνο από τα συνολικά 23 κοντσέρτα για πιάνο του, ενώ υπάρχουν σημεία που τα πνευστά κυριαρχούν ολοκληρωτικά έναντι των εγχόρδων.
Το έργο ξεπερνά επίσης τα όρια των υπόλοιπων κοντσέρτων του συνθέτη σε ό,τι αφορά τον εκφραστικό του πλούτο, την ένταση των συναισθημάτων και το πάθος του, καθώς και την επεξεργασία του θεματικού υλικού του. Από τις πρώτες κιόλας νότες διαχέεται στην ατμόσφαιρα μία έντονη δραματικότητα, κυρίως με τους διαλόγους της ορχήστρας με το πιάνο, χωρίς φυσικά να ξεπερνιούνται ποτέ τα όρια της κλασικής ισορροπίας.
Ο Μότσαρτ δεν απαρνείται ποτέ την κλασική τελειότητα και, όπως πάντα, εκφράζει την ομορφιά και την αβρότητα του κλασικισμού με τη διαύγεια του μουσικού λόγου, τη συναισθηματική ισορροπία και την οικονομία των τεχνικών μέσων. Όμως δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το ότι αυτό το έργο ανοίγει ένα παράθυρο στο μέλλον και στο ρομαντισμό, πολύ πριν αυτός γεννηθεί.
Το πρώτο μέρος ακολουθεί την κλασική μορφή σονάτας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε διάρκεια και πλέον πολύπλοκο αντίστοιχο μέρος από όλα τα κοντσέρτα του Μότσαρτ. Αξιοσημείωτο στιλιστικό χαρακτηριστικό του είναι ο παθιασμένος διάλογος του πιάνου με την ορχήστρα.
Το δεύτερο μέρος είναι ένα Largetto στο οποίο κυριαρχεί ένα εντυπωσιακά απλό θέμα. Κυριαρχεί μία γαλήνια αγνότητα και μία συγκινητική ηρεμία, που δίνονται με μία ακραία, σχεδόν υπερβατική, απλότητα.
Στο φινάλε κυριαρχεί ένα κύριο μελωδικό θέμα με οχτώ παραλλαγές του, που αποτελούν μία ολοκληρωμένη μελέτη του Μότσαρτ. Θυμίζει άλλοτε εμβατήριο και άλλοτε ύμνο. Απαιτεί μεγάλη ταχύτητα και ενώ συναισθηματικά φαίνεται να επανέρχεται στο πρώτο μέρος, οι παραλλαγές το κάνουν με διάφορους τρόπους αλλάζοντας συνεχώς διάθεση. Ο Βρετανός μουσικολόγος, συγγραφέας, συνθέτης, μαέστρος και πιανίστας Sir Donald Francis Tovey είπε πως εδώ συνοψίζεται όλο το πάθος της μουσικής του Μότσαρτ.
Στο σύνολό του το έργο καταφέρνει και συνδυάζει την ομορφιά, το πάθος και τη χάρη με τρόπο μοναδικό και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοντσέρτα για πιάνο στην ιστορία.
 
 
 
 
Sergei Prokofiev (1891-1953): Συμφωνία αρ.1 σε ρε μείζονα, έργο 125 (‘Κλασική’)
Ι.  Allegro    ΙΙ. Allegretto    ΙΙΙ. Gavotte: Non troppo allegro    IV. Finale: Molto vivace
 
Η πρώτη συμφωνία του Προκόφιεφ ονομάστηκε ‘Κλασική’ από τον ίδιο, γιατί με αυτό το έργο ο συνθέτης αποτίνει φόρο τιμής στον αγαπημένο του κλασικισμό. Την έγραψε το 1917, αφήνοντας για πρώτη φορά στην άκρη το πιάνο κατά τη σύνθεση, βασισμένος απόλυτα στα κλασικά πρότυπα, σε ό,τι αφορά το ύφος, τη φόρμα και την ενορχήστρωση, προσθέτοντας φυσικά στην ακρίβεια και τη φινέτσα αυτής της περιόδου και τα χαρακτηριστικά της δικής του γραφής, όπως τις ξαφνικές μετατροπές, τις απότομα κομμένες φράσεις και τη ρυθμική ευρωστία. Ο ίδιος δήλωσε σχετικά «Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα πισωγύρισμα στις κλασικές φόρμες. Όταν δουλεύω με βάση αυτές αισθάνομαι πραγματικά ο εαυτός μου». Φιλοδοξία του ήταν να γράψει μία συμφωνία όπως θα την έγραφε ο ίδιος ο Χάυντν, αν ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα και είχε όλες τις επιδράσεις της εποχής αυτής. Έτσι στόλισε το έργο με μοντέρνες αρμονίες, ρυθμούς και ορχηστρικά χρώματα.
Αξίζει να σημειωθεί πως, όταν ξεκίνησε να το γράφει, έξω από το παράθυρό του εξελίσσονταν τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης. Απεργίες και δυναμικές διαδηλώσεις, κατά τη λεγόμενη Φεβρουαριανή Επανάσταση, που θα εξελισσόταν ραγδαία σε οργανωμένες εξεγέρσεις και θα οδηγούσε τελικά στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Την άνοιξη ο Προκόφιεφ απέδρασε στην εξοχή για να συνεχίσει το γράψιμο, όπου είχε το πλεονέκτημα να βρίσκει «νόστιμο και υγιεινό φαγητό».
Η συμφωνία είναι γεμάτη εμπνεύσεις και με χαρούμενη διάθεση από την αρχή ως το τέλος. Η προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος για την πατρίδα μετά τις ταραχές της Επανάστασης και η ανέμελη ζωή στην ύπαιθρο αφήνουν το στίγμα της αισιοδοξίας στη γραφή του Προκόφιεφ. Όλο το έργο είναι αρκετά σύντομο, με τα τέσσερα μέρη του να είναι θαυμαστά δεμένα μεταξύ τους.
Το πρώτο μέρος, σε μορφή σονάτας, ξεκινά με όμορφα ποικίλματα και συνεχίζεται στα πρότυπα των συμφωνιών του Μότσαρτ με την έκθεση δύο μελωδικών θεμάτων αντιθετικού χαρακτήρα. Ένα φωτεινό βασικό θέμα ακολουθείται από ένα απλό στα βιολιά, που στη συνέχεια αναπτύσσονται με ένα κάπως έντονο τρόπο καταλήγοντας στην αναθεώρησή τους.
Το δεύτερο μέρος είναι ένα χαλαρό larghetto σε τριμερή μορφή. Το κύριο θέμα προβάλλει αρχικά από τα πρώτα βιολιά, ενώ ακολουθεί το φλάουτο με την απαλή συνοδεία των υπόλοιπων εγχόρδων. Το μεσαίο τμήμα στηρίζεται σε πιτσικάτι των εγχόρδων, που εντείνεται με τη συμμετοχή των ξύλινων πνευστών, πριν υποχωρήσει σύντομα οδηγώντας στην επαναφορά του αρχικού θέματος. Ο Προκόφιεφ αντικαθιστά το μενουέτο που θα έγραφε ο Μότσαρτ με έναν άλλο χορό του 18ου αιώνα, το γαλλικό χορό λαϊκής προέλευσης γκαβότ.
Το τρίτο μέρος κάνει μία σύντομη αναδρομή σε προκλασικά πρότυπα. Ο χαρακτήρας του είναι επίτηδες βαρύς, ενώ τα έγχορδα δημιουργούν μία ποιμενική ατμόσφαιρα, με τη συνοδεία των τυμπάνων. Αυτό το μέρος αποτέλεσε αργότερα τη βάση για το διάσημο μπαλέτο του Προκόφιεφ ‘Ρωμαίος και Ιουλιέτα’.
 
Στο πανηγυρικό φινάλε έρχεται να προστεθεί ένα, επίσης σύντομο, τρίτο θέμα, με παιχνιδιάρικο και χαριτωμένο χαρακτήρα. Χαρακτηρίζεται από ορμητικότητα σχεδόν ζωική, ενώ ο Προκόφιεφ δίνει ενδιαφέροντα δεξιοτεχνικά περάσματα στο φλάουτο και το όμποε. Αρχικά είχε γράψει ένα πιο στοχαστικό φινάλε, ώσπου θυμήθηκε το παράπονο του μουσικολόγου και φίλου του Boris Asafyev πως δεν υπάρχει πραγματική χαρά στη ρωσική μουσική. Έτσι έγραψε αυτό το σπινθηροβόλο φινάλε για να διαψεύσει (ή να ικανοποιήσει) το φίλο του και όπως είπε ο ίδιος «το απόλαυσα ιδιαίτερα».
Στο σύνολό της η συμφωνία χαρακτηρίζεται από φρεσκάδα και χαρά, που εξελίσσεται με αφοπλιστική απλότητα και γοητευτικές μελωδίες και είναι εμποτισμένη με το πηγαίο χιούμορ και τις υπέροχες εμπνεύσεις του δημιουργού της, αποτελώντας δικαίως ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του.

Διαδικτυακή μετάδοση
Από το κανάλι της ΚΟΘ στο Youtube & τη Σελίδα της ΚΟΘ στο facebook

Διεύθυνση Ορχήστρας: Γεώργιος Βράνος
Πιάνο: Martyna Jatkauskaite
Παραγωγή: Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης
Συνεργασία: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης

Mozart-Prokofiev_01.JPG
Mozart-Prokofiev_02.JPG
Mozart-Prokofiev_03.JPG
Mozart-Prokofiev_04.JPG
Mozart-Prokofiev_05.JPG
Mozart-Prokofiev_06.JPG
Mozart-Prokofiev_07.JPG
Mozart-Prokofiev_08.JPG
Mozart-Prokofiev_09.JPG
Mozart-Prokofiev_10.JPG
Mozart-Prokofiev_11.JPG
Mozart-Prokofiev_12.JPG
Mozart-Prokofiev_13.JPG
Mozart-Prokofiev_14.JPG
Mozart-Prokofiev_15.JPG
Mozart-Prokofiev_16.JPG
Mozart-Prokofiev_17.JPG
Mozart-Prokofiev_18.JPG
Mozart-Prokofiev_19.JPG
Mozart-Prokofiev_20.JPG
Mozart-Prokofiev_21.JPG
Mozart-Prokofiev_22.JPG
Mozart-Prokofiev_23.JPG
Mozart-Prokofiev_24.JPG
Mozart-Prokofiev_25.JPG
Mozart-Prokofiev_26.JPG
Mozart-Prokofiev_27.JPG
Mozart-Prokofiev_28.JPG
Mozart-Prokofiev_29.JPG
Mozart-Prokofiev_30.JPG

Εστία_Μότσαρτ και Προκόφιεφ από την ΚΟΘ

Καθημερινή της Κυριακής_Διαφήμιση Μότσαρτ & Προκόφιεφ

Καθημερινή_Διαφήμιση Μότσαρτ & Προκόφιεφ

Καρφί_Δωρεάν live μεταδόσεις από την ΚΟΘ


tsso image
Μότσαρτ & Προκόφιεφ
21/02/2021
Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791): Κοντσέρτο αρ.24 για πιάνο και ορχήστρα σε ντο ελάσσονα, KV 491
Ι.  Allegro   ΙΙ. Larghetto   ΙΙΙ. Allegretto   
 
Το ‘Κοντσέρτο για πιάνο αρ.24’ είναι γραμμένο το 1786 και ξεχωρίζει στη σχετική εργογραφία του ιδιοφυούς συνθέτη για πολλούς λόγους. Καταρχάς είναι το μόνο κοντσέρτο πιάνου του Μότσαρτ σε ελάσσονα τονικότητα, μαζί με το αρ.20. Επίσης, ο συνθέτης χρησιμοποιεί ταυτόχρονα κλαρινέτα και όμποε, κάτι που έπραξε επίσης σε δύο μόνο από τα συνολικά 23 κοντσέρτα για πιάνο του, ενώ υπάρχουν σημεία που τα πνευστά κυριαρχούν ολοκληρωτικά έναντι των εγχόρδων.
Το έργο ξεπερνά επίσης τα όρια των υπόλοιπων κοντσέρτων του συνθέτη σε ό,τι αφορά τον εκφραστικό του πλούτο, την ένταση των συναισθημάτων και το πάθος του, καθώς και την επεξεργασία του θεματικού υλικού του. Από τις πρώτες κιόλας νότες διαχέεται στην ατμόσφαιρα μία έντονη δραματικότητα, κυρίως με τους διαλόγους της ορχήστρας με το πιάνο, χωρίς φυσικά να ξεπερνιούνται ποτέ τα όρια της κλασικής ισορροπίας.
Ο Μότσαρτ δεν απαρνείται ποτέ την κλασική τελειότητα και, όπως πάντα, εκφράζει την ομορφιά και την αβρότητα του κλασικισμού με τη διαύγεια του μουσικού λόγου, τη συναισθηματική ισορροπία και την οικονομία των τεχνικών μέσων. Όμως δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το ότι αυτό το έργο ανοίγει ένα παράθυρο στο μέλλον και στο ρομαντισμό, πολύ πριν αυτός γεννηθεί.
Το πρώτο μέρος ακολουθεί την κλασική μορφή σονάτας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε διάρκεια και πλέον πολύπλοκο αντίστοιχο μέρος από όλα τα κοντσέρτα του Μότσαρτ. Αξιοσημείωτο στιλιστικό χαρακτηριστικό του είναι ο παθιασμένος διάλογος του πιάνου με την ορχήστρα.
Το δεύτερο μέρος είναι ένα Largetto στο οποίο κυριαρχεί ένα εντυπωσιακά απλό θέμα. Κυριαρχεί μία γαλήνια αγνότητα και μία συγκινητική ηρεμία, που δίνονται με μία ακραία, σχεδόν υπερβατική, απλότητα.
Στο φινάλε κυριαρχεί ένα κύριο μελωδικό θέμα με οχτώ παραλλαγές του, που αποτελούν μία ολοκληρωμένη μελέτη του Μότσαρτ. Θυμίζει άλλοτε εμβατήριο και άλλοτε ύμνο. Απαιτεί μεγάλη ταχύτητα και ενώ συναισθηματικά φαίνεται να επανέρχεται στο πρώτο μέρος, οι παραλλαγές το κάνουν με διάφορους τρόπους αλλάζοντας συνεχώς διάθεση. Ο Βρετανός μουσικολόγος, συγγραφέας, συνθέτης, μαέστρος και πιανίστας Sir Donald Francis Tovey είπε πως εδώ συνοψίζεται όλο το πάθος της μουσικής του Μότσαρτ.
Στο σύνολό του το έργο καταφέρνει και συνδυάζει την ομορφιά, το πάθος και τη χάρη με τρόπο μοναδικό και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοντσέρτα για πιάνο στην ιστορία.
 
 
 
 
Sergei Prokofiev (1891-1953): Συμφωνία αρ.1 σε ρε μείζονα, έργο 125 (‘Κλασική’)
Ι.  Allegro    ΙΙ. Allegretto    ΙΙΙ. Gavotte: Non troppo allegro    IV. Finale: Molto vivace
 
Η πρώτη συμφωνία του Προκόφιεφ ονομάστηκε ‘Κλασική’ από τον ίδιο, γιατί με αυτό το έργο ο συνθέτης αποτίνει φόρο τιμής στον αγαπημένο του κλασικισμό. Την έγραψε το 1917, αφήνοντας για πρώτη φορά στην άκρη το πιάνο κατά τη σύνθεση, βασισμένος απόλυτα στα κλασικά πρότυπα, σε ό,τι αφορά το ύφος, τη φόρμα και την ενορχήστρωση, προσθέτοντας φυσικά στην ακρίβεια και τη φινέτσα αυτής της περιόδου και τα χαρακτηριστικά της δικής του γραφής, όπως τις ξαφνικές μετατροπές, τις απότομα κομμένες φράσεις και τη ρυθμική ευρωστία. Ο ίδιος δήλωσε σχετικά «Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα πισωγύρισμα στις κλασικές φόρμες. Όταν δουλεύω με βάση αυτές αισθάνομαι πραγματικά ο εαυτός μου». Φιλοδοξία του ήταν να γράψει μία συμφωνία όπως θα την έγραφε ο ίδιος ο Χάυντν, αν ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα και είχε όλες τις επιδράσεις της εποχής αυτής. Έτσι στόλισε το έργο με μοντέρνες αρμονίες, ρυθμούς και ορχηστρικά χρώματα.
Αξίζει να σημειωθεί πως, όταν ξεκίνησε να το γράφει, έξω από το παράθυρό του εξελίσσονταν τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης. Απεργίες και δυναμικές διαδηλώσεις, κατά τη λεγόμενη Φεβρουαριανή Επανάσταση, που θα εξελισσόταν ραγδαία σε οργανωμένες εξεγέρσεις και θα οδηγούσε τελικά στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Την άνοιξη ο Προκόφιεφ απέδρασε στην εξοχή για να συνεχίσει το γράψιμο, όπου είχε το πλεονέκτημα να βρίσκει «νόστιμο και υγιεινό φαγητό».
Η συμφωνία είναι γεμάτη εμπνεύσεις και με χαρούμενη διάθεση από την αρχή ως το τέλος. Η προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος για την πατρίδα μετά τις ταραχές της Επανάστασης και η ανέμελη ζωή στην ύπαιθρο αφήνουν το στίγμα της αισιοδοξίας στη γραφή του Προκόφιεφ. Όλο το έργο είναι αρκετά σύντομο, με τα τέσσερα μέρη του να είναι θαυμαστά δεμένα μεταξύ τους.
Το πρώτο μέρος, σε μορφή σονάτας, ξεκινά με όμορφα ποικίλματα και συνεχίζεται στα πρότυπα των συμφωνιών του Μότσαρτ με την έκθεση δύο μελωδικών θεμάτων αντιθετικού χαρακτήρα. Ένα φωτεινό βασικό θέμα ακολουθείται από ένα απλό στα βιολιά, που στη συνέχεια αναπτύσσονται με ένα κάπως έντονο τρόπο καταλήγοντας στην αναθεώρησή τους.
Το δεύτερο μέρος είναι ένα χαλαρό larghetto σε τριμερή μορφή. Το κύριο θέμα προβάλλει αρχικά από τα πρώτα βιολιά, ενώ ακολουθεί το φλάουτο με την απαλή συνοδεία των υπόλοιπων εγχόρδων. Το μεσαίο τμήμα στηρίζεται σε πιτσικάτι των εγχόρδων, που εντείνεται με τη συμμετοχή των ξύλινων πνευστών, πριν υποχωρήσει σύντομα οδηγώντας στην επαναφορά του αρχικού θέματος. Ο Προκόφιεφ αντικαθιστά το μενουέτο που θα έγραφε ο Μότσαρτ με έναν άλλο χορό του 18ου αιώνα, το γαλλικό χορό λαϊκής προέλευσης γκαβότ.
Το τρίτο μέρος κάνει μία σύντομη αναδρομή σε προκλασικά πρότυπα. Ο χαρακτήρας του είναι επίτηδες βαρύς, ενώ τα έγχορδα δημιουργούν μία ποιμενική ατμόσφαιρα, με τη συνοδεία των τυμπάνων. Αυτό το μέρος αποτέλεσε αργότερα τη βάση για το διάσημο μπαλέτο του Προκόφιεφ ‘Ρωμαίος και Ιουλιέτα’.
 
Στο πανηγυρικό φινάλε έρχεται να προστεθεί ένα, επίσης σύντομο, τρίτο θέμα, με παιχνιδιάρικο και χαριτωμένο χαρακτήρα. Χαρακτηρίζεται από ορμητικότητα σχεδόν ζωική, ενώ ο Προκόφιεφ δίνει ενδιαφέροντα δεξιοτεχνικά περάσματα στο φλάουτο και το όμποε. Αρχικά είχε γράψει ένα πιο στοχαστικό φινάλε, ώσπου θυμήθηκε το παράπονο του μουσικολόγου και φίλου του Boris Asafyev πως δεν υπάρχει πραγματική χαρά στη ρωσική μουσική. Έτσι έγραψε αυτό το σπινθηροβόλο φινάλε για να διαψεύσει (ή να ικανοποιήσει) το φίλο του και όπως είπε ο ίδιος «το απόλαυσα ιδιαίτερα».
Στο σύνολό της η συμφωνία χαρακτηρίζεται από φρεσκάδα και χαρά, που εξελίσσεται με αφοπλιστική απλότητα και γοητευτικές μελωδίες και είναι εμποτισμένη με το πηγαίο χιούμορ και τις υπέροχες εμπνεύσεις του δημιουργού της, αποτελώντας δικαίως ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του.

Διαδικτυακή μετάδοση
Από το κανάλι της
ΚΟΘ στο Youtube & τη Σελίδα της ΚΟΘ στο facebook
tsso image
Χορευτές του Βορρά
28/02/2021

 

Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης συνεχίζει τις online συναυλίες της με μία πρωτότυπη σύμπραξη. Οι Χορευτές του Βορρά χορογραφούν ένα εμβληματικό έργο του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, αφιερωμένο στα θύματα του φασισμού και του πολέμου, που η Κ.Ο.Θ. ερμηνεύει υπό τη μουσική διεύθυνση της Ζωής Τσόκανου.

 

H ‘Συμφωνία Δωματίου’ γράφτηκε κατά την επίσκεψη του Σοστακόβιτς στην Δρέσδη το 1960, ως κουαρτέτο εγχόρδων (αρ.8, έργο 110). Ο Σοστακόβιτς έδινε μεγάλη βαρύτητα στη γραφή των κουαρτέτων εγχόρδων, γιατί αποτελούσαν το συναισθηματικό αποκούμπι του, δεδομένου ότι εκεί μπορούσε να εκφραστεί πιο άνετα, μερικές φορές και με συγκεκαλυμμένη γλώσσα, χωρίς την αφόρητη εξωτερική πίεση με την οποία ήταν αναγκασμένος να δημιουργεί στα μεγαλύτερα έργα του.

Η αφιέρωση προς τα ‘θύματα του φασισμού και του πολέμου’ είναι γραμμένη πάνω στην παρτιτούρα και οφείλεται στην επίδραση που είχε πάνω του η παρακολούθηση του φιλμ ‘Five Days, Five Nights’ σχετικά με το βομβαρδισμό που κατέστρεψε την Δρέσδη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο γιος του, Μαξίμ, αποκάλυψε αργότερα ότι στην πραγματικότητα ο πατέρας του αφιέρωσε το έργο στα θύματα κάθε ολοκληρωτικού καθεστώτος και ότι επρόκειτο για μία ακόμη κρυπτογραφημένη κατηγορία προς τον Στάλιν.

Ο Σοστακόβιτς το συνέθεσε με σκοπό να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του, αφού εκείνο το διάστημα φλέρταρε με την ιδέα της αυτοχειρίας. Το έργο χτίζεται πάνω στο μοτίβο των τεσσάρων φθόγγων που παραπέμπουν στο όνομα του συνθέτη (ρε – μι ύφεση – ντο - σι που στα γερμανικά γράφονται D-S-C-H) και εξελίσσεται σε πέντε μέρη, χωρίς διακοπή, μέσα σε έναν καταιγισμό έντονων συναισθημάτων και αναφορών στο παρελθόν. Έχει εύστοχα χαρακτηριστεί ως ‘μουσικό Blitzkrieg’ και από άλλους ως το ‘soundtrack της ζωής του’. Μετά από μία σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια του πρώτου ελεγειακού μέρους, με παραπομπές στην Πρώτη και την Πέμπτη συμφωνία, που του είχε σώσει κυριολεκτικά τη ζωή από το Καθεστώς, φτάνουμε σε ένα σπαρακτικό θρήνο του βιολιού. Τη σκυτάλη παίρνει το επονομαζόμενο από το συνθέτη ‘Εβραϊκό’ θέμα, ως φόρος τιμής στα θύματα του Ολοκαυτώματος. Οι συχνές αναφορές στο πρόσφατα γραμμένο κοντσέρτο για τσέλο αρ.1 είναι φυσιολογικές, αφού ήταν το κατεξοχήν ‘κατηγορώ’ του στον Στάλιν, ενώ η παραπομπή στην όπερα ‘Lady Macbeth of Mtsensk’ του θυμίζει ευχάριστα την οργή που του είχε προκαλέσει. Οι ορμητικές εναλλαγές και τα επαναστατικά τραγούδια διακόπτονται από θρηνητικά περάσματα και ‘βομβαρδισμούς’, για να καταλήξουμε σε ένα προσαρμοσμένο Dies Irae στο προσωπικό του μοτίβο, αλλάζοντας τη σειρά των φθόγγων. Είναι πλέον η δική του Ημέρα Οργής και εκεί καταλήγει οριστικά. Ο Σοστακόβιτς έκλαιγε όσο το έγραφε, αλλά και στην πρεμιέρα του έργου, όταν παρακολούθησε, ως θεατής πλέον, αυτή την αδυσώπητη πάλη μέσα του. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1975, το έργο αυτό θα παιζόταν στην κηδεία του μεγάλου συνθέτη, εκπληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο και το σκοπό της δημιουργίας του.

Ο Ρώσος μαέστρος και βιολονίστας Rudolf Barshai μετέγραψε το έργο για μικρή ορχήστρα, εκδοχή που ονομάστηκε ‘Chamber Symphony in C minor, Op. 110a’, την οποία παρουσιάζει η Κ.Ο.Θ. στη συγκεκριμένη συναυλία.

Μία συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

Πρόγραμμα:
Ντμίτρι Σοστακόβιτς: Συμφωνία Δωματίου, έργο 110a (μετ. Rudolf Barshai)

Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης
Διεύθυνση ορχήστρας: Ζωή Τσόκανου

Χορευτές του Βορρά
Καλλιτεχνική διεύθυνση: Τατιάνα Παπαδοπούλου
Xoρογραφία: Τατιάνα Παπαδοπούλου
Βοηθός Χορογράφου: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Χορευτές: Δέσποινα Λαγουδάκη, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Δραματουργία: Kατερίνα Διακουμοπούλου
Eνδυματολόγος: Aθανάσιος Κολαλάς

Σκηνοθεσία: Μάριος Σπύρογλου

 

 

Ευχαριστούμε την εταιρεία FIBES για την ευγενική χορηγία κοστουμιών των χορευτών.

 

Διαδικτυακή μετάδοση
Από το κανάλι της
ΚΟΘ στο Youtube & τη Σελίδα της ΚΟΘ στο facebook

tsso image
Μπετόβεν & Σκαλκώτας
14/03/2021
19:00
Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949): Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα (1929)                                         
i. Allegro moderato   ii. Moderato maestoso   iii. Allegretto vivace   iv. Andante sostenuto

H ‘Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα’ (1929) του Νίκου Σκαλκώτα γράφτηκε κατά την περίοδο διαμονής του συνθέτη στο Βερολίνο και της μαθητείας του δίπλα στον Άρνολντ Σαίνμπεργκ. Έργο τρυφερό, αλλά συνάμα τολμηρό και ιδιαίτερα απαιτητικό για τον σολίστ, αφιερώθηκε στο Ρώσο βιρτουόζο του βιολιού και αρχιμουσικό Anatol Knorre, ο οποίος το πρωτοπαρουσίασε στο Βερολίνο, τον Απρίλιο του 1930. Η σουίτα δεν παρουσιάστηκε έκτοτε λόγω της παλιννόστησης του συνθέτη, το 1933, όταν άφησε πίσω πολλά του έργα θεωρώντας ότι σύντομα θα επιστρέψει, κάτι που δεν συνέβη ποτέ, με αποτέλεσμα να χαθούν πολλά διαμάντια του σπουδαίου Έλληνα δημιουργού.
Από το συγκεκριμένο έργο διασώθηκαν τα τέσσερα πρώτα από τα πέντε συνολικά μέρη, αφού από το φινάλε βρέθηκε μόνο το μέρος του βιολιού. Ο μουσικολόγος Ιωάννης Τσελίκας ανακάλυψε τα χειρόγραφα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Μπάφαλο στη Νέα Υόρκη και ο Σύλλογος ‘Οι Φίλοι της Μουσικής’ της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος "Λίλιαν Βουδούρη" μερίμνησε ώστε να αποκτηθούν. Ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης (Κέντρο Ελληνικής Μουσικής) ενορχήστρωσε τα τέσσερα διασωθέντα μέρη, το 2015, με απόλυτο σεβασμό προς το συνθετικό και ενορχηστρωτικό ύφος του συνθέτη, με βάση την ιδιόχειρη σημείωση του Σκαλκώτα για τη διανομή της ορχήστρας και τις ελάχιστες, αλλά πολύτιμες, ενορχηστρωτικές ενδείξεις στα σολιστικά μέρη.
 
 
Ludwig van Beethoven (1770-1827): Συμφωνία αρ.4 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 60                                            
Ι. Adagio - Allegro vivace   ΙΙ. Adagio   III. Allegro vivace - Un poco meno allegro   IV. Allegro ma non troppo

Ο Μπετόβεν έγραψε την ‘Τέταρτη Συμφωνία’ του το καλοκαίρι του 1806 και η πρεμιέρα της πραγματοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο στην οικία του πρίγκιπα Φραντς Γιόζεφ φον Λόμπκοβιτς. Η διάθεση του συνθέτη την εποχή που την έγραψε ήταν ασυνήθιστα καλή, γεγονός που εν πολλοίς οφείλονταν στη σχέση που είχε αναπτύξει με την κόμισσα Τερέζα Μπρούσνβικ, στην οποία στράφηκε ερωτικά όταν αποδέχτηκε το αδιέξοδο του έρωτά του για την αδερφή της Τζοζεφίνα. Αυτά τα συναισθήματα πάθους, χαράς και απολύτρωσης αποτυπώνονται με συγκλονιστικό τρόπο προκαλώντας ουράνια ευτυχία. Ο Σούμαν τη χαρακτήρισε ως ‘μία καλλίγραμμη Ελληνίδα παρθένα, ανάμεσα σε δύο Σκανδιναβούς γίγαντες’, υπογραμμίζοντας τη θέση της ανάμεσα στην «Ηρωική» και τη «Συμφωνία της Μοίρας». Παρόλα αυτά, η ‘Τέταρτη Συμφωνία’ καταφέρνει να μην συνθλιβεί από τις ‘αδερφές’ της και αυτό οφείλεται στο νεανικό της σφρίγος και την πηγαία της ζωντάνια, που σκορπούν απλόχερα το ανοιξιάτικο άρωμα ενός ανεπιτήδευτου έρωτα, όπως αυτός ξεπηδά μέσα από τη ρομαντική ψυχή του Μπετόβεν.
 
 
 
Μία παραγωγή της Κ.Ο.Θ. με την ευγενική παραχώρηση του Ο.Μ.Μ.Θ.

Διαδικτυακή μετάδοση
Από το κανάλι της
ΚΟΘ στο Youtube & τη Σελίδα της ΚΟΘ στο facebook